√ Φίτσο, το (παραφθ.του ιταλ.vizio). Ελάττωμα, κακή συνήθεια, μικρό βίτσιο: Δε μπορεί να κόψ’ αυτό το φίτσο (π.χ. το κάπνισμα).
√ Τζένιο, το. Μικρό καλυβάκι-παρατηρητήριο, στηριγμένο σε ψηλούς πασσάλους (2-3 μ. πάνω απ’ την επιφ. Της θάλας.), όπου κάθεται όλη την ημέρα ένας ψαράς (καθιστός, γιατί όρθιος δεν χωράει) και βλέπει πότε μπαίνουν στο χώρο του ιβαριού οι μπάφες και τα στεράδια, οπότε κάνει νεύμα και κλέινουν οι άλλοι το δίχτυ: Στείλ’ τ’ φαΐ στο τζένιο.
√ Τζενιέρης, ο. Παρατηρητής σε τζένιο: Ο τζενιέρης πρέπει να έχει μεγάλη πείρα της δουλειάς: Ο τζeνιέρ’ς πρέπ’ νάχ(ι) μάτ’ αστρίτ’.
√ Πόντζα. Ναυτ. Όρος αντίθετος του όρτσα: Έχουμe το γ-κeρό πόντζα.
Ακακία Κορδόση,
"Μιλήστε Μεσολογγίτικα"
(Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), δ' έκδοση συμπληρωμένη,
Μεσολόγγι 1998 - εκδόσεις Ασημακόπουλος
loading...
Αν σου άρεσε το άρθρο μοιράσου το με τους φίλους σου!