Πόσα πρέπει να απαρνηθείς για έναν έρωτα; « aitoloakarnanianet

Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Πόσα πρέπει να απαρνηθείς για έναν έρωτα;

diaforetiko.gr : naij chestite problemi v braka 217921 600x399 Πόσα πρέπει να απαρνηθείς για έναν έρωτα;
Της Στεύης Τσούτση.
Δεν ήθελε να τον πιέσει. Κατανοούσε άλλωστε πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Ζευγάρια που μοιάζουν σε όλα ή σε τίποτα, ζευγάρια των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων. Ταιριαστά ή αταίριαστα, μαζί για λόγους προφανείς ή ανεξιχνίαστους.
Ακόμη έψαχνε σε ποια κατηγορία ανήκαν αυτοί.
Μια στο μαύρο, μια στο λευκό, κατέληγαν να συμβιβάζονται σ’ένα γκρίζο. Άλλοτε φωτεινό κι άλλοτε σκούρο, γκρίνιας και μουρμούρας. Αυτός να κατηγορεί το πόσο ανέλυε τα πάντα κι εκείνη να μισεί την αδιαφορία του. Βουτηγμένοι στην παρερμηνεία του τι σημαίνει υπεραναλύω και τι αδιαφορώ. Ο καθένας από την πλευρά του.
Ζήτημα οπτικής γωνίας και ψυχοσύνθεσης του κάθε φύλου. Η δική του χαλαρότητα κοντράριζε την ανασφάλειά της. Από τη φύση της υποχωρητική, έκανε πίσω. Όχι επειδή της άρεσε ο ρόλος του θύματος. Ούτε επειδή ήταν ανασφαλής. Ίσως επειδή τον νοιαζόταν λίγο παραπάνω. Έτσι όπως κάνουν οι γυναίκες.
Οι άντρες είναι παιδιά φυλακισμένα σε σώμα ενήλικο. Γι’αυτό κι έχουν τη μοναδική ικανότητα να ξυπνούν μέσα μας τόσο το ερωτικό όσο και το μητρικό φίλτρο. Έτσι και μ’εκείνη.
Τον καλόμαθε. Τον φρόντισε. Τον ερωτεύτηκε. Παιδί και σύντροφος μαζί.
Κι ήταν ο έρωτάς της δυναμικός, μεταβαλλόταν μέρα τη μέρα. Ένα συναίσθημα που άνθιζε και διψούσε να μοιραστεί. Με τρυφερότητα, κατανόηση και κυρίως συντροφικότητα. Εκείνη την πολύτιμη αίσθηση πως δεν είσαι πια μόνος. Πως έχεις κάποιον να μοιραστείς όσα παλεύουν στο μυαλό σου. Να ξορκίσεις τα κακά, να κοινωνήσεις τ’άλλα, τα χαρούμενα.
Εκείνος ήταν από άλλη στόφα. Από χρόνια, είχε πάψει να αναλύει. Άφηνε να τον παρασύρει η κάθε στιγμή, θεωρώντας ότι έτσι τη ζούσε αυθεντικά. Δεν ενοχλούνταν, δε ζήλευε, δεν εκδηλώνονταν ιδιαίτερα.
Στα δικά της υπερευαίσθητα μάτια, αδιαφορούσε.
Κι αυτό ήταν το αγκάθι της. Η πληγή που πάλευε να επουλώσει και με κάθε τράνταγμα εκείνη άνοιγε και την πονούσε.
Δεν είχε να θυμάται παρά μονό μια χούφτα λέξεις. Τρυφερές, κλεμμένες σχεδόν. Σκόρπιες, μα φυλαγμένες μέσα της λες κι ήταν ο πολυτιμότερος θησαυρός. Τι κι αν κατά βάθος ήξερε πόσα ένιωθε γι’αυτήν; Πόσο άλλωστε να σε ξεγελάσει μια σφιχτή αγκαλιά, ένα βλέμμα, ένα χάδι; Αυτά ήταν η δύναμή της. Τα επιχειρήματα στο παραπονιάρικο κομμάτι του εαυτού της. Επιχειρήματα που δυστυχώς δεν αρκούσαν πάντα.
Βλέπετε ο έρωτας γεννήθηκε δύσπιστος. Δύσκολος. Δε θέλει να μένει στα λόγια μα δε φτάνουν και μόνο οι πράξεις. Παράλογο θα σκεφτείτε, αν αναλογιστεί κανείς πόσα ψέματα μπορούν να ντυθούν οι λέξεις και πόση αλήθεια μαρτυρά μια και μόνο πράξη.Μπορεί και να είναι. Μα πότε συμβάδισε ο έρωτας με τη λογική;
Εκείνη υποχώρησε λοιπόν. Σε μια φαινομενικά αμφίπλευρη, μα πέρα για πέρα μοναχική υποχώρηση. Έγινε όπως την ήθελε. Ήρεμη, με κατανόηση και χαλαρή. Φρέναρε τον εαυτό της. Έκοψε ταχύτητα για να συμπορευτούν. Κι άφησε τα σημάδια από το φρενάρισμα, βαθιά μέσα της. Καλά κρυμμένα, σ’ένα χαμόγελο που όσο περνούσε ο καιρός γινόταν ολοένα και πιο συγκαταβατικό. Γιατί η αγάπη της, του επέτρεψε να είναι ο χαλαρός εαυτός του και στέρησε από εκείνη τον αυθορμητισμό. Τον απάλλαξε από κάθε μορφής πίεση και σε αντάλλαγμα την επωμίστηκε εκείνη.
Μόνο που μες την αμυαλιά του έρωτα, δεν υπολόγισε καλά τις δυνάμεις της. Υπερεκτίμησε τις αντοχές της. Βυθίστηκε σε μια χαλαρότητα εκδηλώσεων που αργά μα αμείλικτα τη νέκρωσε.
Γιατί η δύναμή της προέρχονταν από ένα σωρό μικρά πράγματα που εκείνος κάποτε θεώρησε περιττά. Και δεν πιέστηκε ποτέ να τα εκτιμήσει ως αναγκαία. Και πήρε έτσι το ρίσκο.
Ξύπνησε μια μέρα και δεν την ένοιαξε η καλημέρα του. Δεν την πείραξε το ότι δε μίλησαν στο τηλέφωνο, δε συναντήθηκαν, δεν έκαναν έρωτα. Δεν τη στενοχώρησε το ότι δεν ήταν εκδηλωτικός, τρυφερός, ότι δεν τη σκέφτηκε. Ξύπνησε μια μέρα κι ο έρωτας είχε φύγει. Είχε κάνει μεταβολή στα μισά του δρόμου, βρίσκοντας μπροστά του τα χαρακώματα που εκείνη, με την ανοχή του, άνοιξε. Της γύρισε την πλάτη. Την τιμώρησε. Και μαζί με αυτή κι εκείνον.
Τα όρια της είχαν ξεπεραστεί. Το παιχνίδι φαινόταν να έχει χαθεί.
Μην αναρωτηθείτε ποιός έφταιξε. Η απάντηση είναι προφανής και πασίγνωστη. Και οι δύο.
Ερωτεύομαι σημαίνει μοιράζομαιΜα κυρίως σημαίνει απαρνούμαι.
Ένα κομμάτι του εαυτού μου, για ένα κομμάτι ξένο, που με τον καιρό γίνεται οικείο, αγαπημένο. Το δέχομαι όπως είναι και προσπαθώ να προσαρμοστώ στα δεδομένα του, όσο παράλληλα παλεύω να το προσαρμόσω στα δικά μου. Και βρισκόμαστε κάπου στη μέση. Με τη ζυγαριά να γέρνει άλλες φορές προς τον ένα κι άλλες προς τον άλλο. Για να μη νιώθει κανείς αδικημένος.
Να μη νιώθει κανείς, πως απαρνείται τον εαυτό του για χάρη του έρωτά του.
Είσαι εκείνος που ερωτεύτηκε. Ψυχή και σώμα. Δε μεταλλάσσεσαι, απλά γίνεσαι πιο δικός της. Αλλάζεις λίγο, όπως άλλωστε κι αυτή, για να ταιριάξουν τα κομμάτια σας. Γιατί αγαπάς να είσαι μαζί της. Αγαπάς τη μυρωδιά, την ανάσα, την αφή της. Αγαπάς την ψυχή και την καρδιά της. Το είναι της ολόκληρο.
Εκείνη όμως, νιώθει πως δεν το έμαθε ποτέ. Η ανασφάλειά της αρνείται να παραδεχτεί πως το έζησε. Το καταλογίζει στην αυταπάτη μιας πλούσιας φαντασίας.
Πότε της το είπες τελευταία φορά; Πότε το άκουσε από τη φωνή που αγαπά;
Και τώρα; Θα την αφήσεις να φύγει; Ή θα της δώσεις πίσω αυτό που νομίζει πως έχασε; Δύσκολο παιχνίδι. Από τη μία μεριά, μια αλήθεια που πονά, απειλώντας με μοναξιά κι απώλεια. Από την άλλη, μια απόφαση που χρειάζεται θάρρος. Θάρρος να ξεκουνηθείς από τη βολή που εκείνη σου χάρισε με την απραξία της.
Εκείνη, λάθος ή σωστά, έπαιξε. Σειρά σου τώρα. Θάρρος ή αλήθεια; Τι αποφασίζεις;
διαφορετικό
loading...
Αν σου άρεσε το άρθρο μοιράσου το με τους φίλους σου!

Κοινοποίηση στο Facebook